Lolitopages

Thursday, June 7, 2012

Πώς να μιλήσεις με έναν φασίστα


 
 
Ετσι αρχίζουν όλα. με έναν κρότο. Η είδηση ήταν πρωτοσέλιδη. Μια επαρχιακή ιστορία πάθους. Ενας Ελληνας, οικογενειάρχης, ήρεμος, τίμιος, με λευκό ποινικό μητρώο, όπως σημείωνε – σχεδόν φώναζε – το άρθρο, εκνευρίστηκε από τις κλοπές στην ιδιοκτησία του. Βαρέθηκε να περιμένει δικαιοσύνες, αστυνομίες και άλλα τέτοια παρωχημένα, έψαξε στην ντουλάπα του, πήρε το όπλο του και σκότωσε έναν ρουμάνο ληστή.
Το άρθρο, γραμμένο σαν φτηνό βίπερ, δημοσιευμένο σε mainstream εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας, περιγράφει τη συνέχεια με ανατριχιαστική ψυχρότητα: ο δολοφόνος ομολόγησε, συνελήφθη, και η αγανακτισμένη τοπική κοινωνία τον είδε να μπαίνει στη φυλακή. Πριν μπει στο όχημα, ένας όχλος τον αποθέωσε. «Κάπως έτσι ανεβαίνουν τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής» σχολίασε ο αρθρογράφος. Δεν το έγραψε, αλλά το υπονόησε: «Ενας Ελληνας στη φυλακή απλά και μόνο επειδή δολοφόνησε έναν ξένο; Ντροπή και αγανάκτηση». Κανείς δεν φάνηκε να ενοχλείται από την ωμότητα των γενικεύσεων, από το κάλεσμα στην αυτοδικία, από το κλείσιμο του ματιού στα χειρότερα ένστικτα, από τη φτήνια πίσω από τις λέξεις. Και κάπως έτσι τα όρια πήγαν λίγο πιο κάτω. Εκεί που έλεγες ότι δεν πάει άλλο.
«Ο φασισμός είναι λαϊκισμός – και κάθε λαϊκισμός είναι φασισμός κατά βάσιν και κατ’ ουσίαν». Ο Βασίλης Ραφαηλίδης το έχει γράψει με αυτή την ενοχλητική ευθύτητά του Ακόμη και να θέλεις να τον αμφισβητήσεις, η πραγματικότητα θα διαφωνήσει.
Μαζί με τη γνωστή διαμάχη για τη δραχμή, είναι η ερώτηση των ημερών: πώς μιλάει κανείς σε έναν εκλεγμένο φασίστα; Ευγενικά; Μήπως, όμως, έτσι τον νομιμοποιείς; Μα, θα σου πουν, «είναι πονηρός σαν φίδι», θα ντυθεί διαφορετικά, θα βγάλει σβάστικα, θα βάλει πουκάμισο, θα γελάσει στην κάμερα με το δόντι να γυαλίζει, θα πει «ε, εντάξει μια σφαλιάρα ρίχνουμε πού και πού» θα κλείσει το μάτι και θα μπει στο σπίτι φοβισμένων νοικοκυραίων ως κάτι φυσιολογικό, ως προστάτης, ως σημείο των καιρών – αλλά κατά βάση σαν ένα καλό παιδί. Και πάνω από όλα, Ελληνας.
Θα τον αγνοήσεις; Θα του δώσεις δύναμη, θα τον ντύσεις με έναν αντισυστημικό μανδύα ψευτοεπανάστασης, θα τον κάνεις κυνηγημένο και άρα συμπαθή σε απελπισμένες μάζες. Θα τον αντικρούσεις με επιχειρήματα; Μα η βλακεία είναι ανίκητη, σε κάθε ήρεμη κουβέντα, μια αισχρή γενίκευση – ειδικά με όρους τηλεοπτικούς, μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική σαν σιδηρογροθιά. Θα εκθέσεις την παράνοιά του; Κινδυνεύεις να τον κάνεις γοητευτικό με τη διεστραμμένη έννοια, σαν μια κλεφτή ματιά σε σκληρό πορνό.
Η ελληνική κοινωνία αμήχανη παρατηρεί μαζί με την οικονομική κατάρρευση και την κατάρρευση κάθε ορίου, κάθε λογικής, τη νομιμοποίηση του ζόφου διά της επαναλήψεως.
Ισως είναι αναμενόμενο. Ακόμη και προοδευτικές δυνάμεις απεκδύονται κάθε είδους δημοκρατικές, ανθρώπινες έννοιες σαν κάτι αντίστροφο της προόδου. Ο Θάνος Τζήμερος, της «Δημιουργίας, ξανά», παρουσιάζεται ως μια φρέσκια δύναμη, ως ένας ορθός λόγος μακριά από πολιτικές δημαγωγίες. Είναι όμως; Στο σάιτ του κόμματός του αναφέρει ως λύση στο μεταναστευτικό τη «σήμανση των μεταναστών». Καθώς δεν υπήρχε επεξήγηση, και για να τιμήσω τον μοντέρνο χαρακτήρα του κόμματος, έστειλα ερώτηση μέσω Τwitter και e-mail για το τι ακριβώς εννοεί με τον όρο «σήμανση». Εγώ σκέφτηκα ένα κίτρινο «Ν» πάνω στο πέτο κάθε νόμιμου μετανάστη, που να τον διαχωρίζει από τους παράνομους. Απάντηση δεν πήρα και πολύ θα ήθελα να έχω καταλάβει κάτι λάθος και να εννοεί κάτι εντελώς διαφορετικό. Στο σάιτ, πάντως, οι προθέσεις δεν κρύβονται: «Διαφωνούμε με τις φιλελεύθερες απόψεις ότι κάθε εργαζόμενος, είτε είναι μετανάστης είτε ντόπιος, έχει τα ίδια εργασιακά δικαιώματα» γράφει ακριβώς κάτω από την αποκήρυξη του «λαϊκισμού» ως έννοιας. Μάλλον έχει και ο φιλελευθερισμός δικαίωμα στο αίσχος.
Η κόκκινη γραμμή της ανθρωπιάς καταργείται τώρα που τελειώνουν τα λεφτά, ως μια παλιά πολυτέλεια. Την ώρα που λάιφσταϊλ εκπομπές καλούν πουκαμισοφόρους της Χρυσής Αυγής για να γίνουν «ένας από εμάς», την ώρα που διαφημίσεις χρησιμοποιούν τον «Εγέρθητω» σαν επίκαιρο σλόγκαν, λίγο πριν κληθούν οι χρυσαυγίτες σε πρωινάδικα να μας πουν και καμία συνταγή μαγειρικής, γίνεται φανερό ότι η κοινωνία οδεύει προς τη χαύνωση. Σαν να λέει: δεν μας νοιάζει και τόσο να πέφτει καμιά μπούφλα, να υπάρχει ακροδεξιά ρητορική ντυμένη με σπορ σακάκια. Αρκεί όταν ρίχνετε ξύλο και βιάζετε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, να μη βλέπουμε, ενοχλεί την αισθητική μας, τελείωσαν και τα λεφτά μας και δεν έχουμε καλή διάθεση. Και μετά περάστε να τα πούμε, πλυθείτε, αλλάξτε, βάλτε ένα πουκαμισάκι και όλα καλά, πατριώτες είμαστε, θα τα βρούμε.
Ετσι αρχίζουν όλα. Με έναν κρότο και μια μπούφλα. Μετά όμως – ιστορικά αποδεδειγμένο – η μπούφλα επιστρέφει στο πρόσωπο εκείνου που τα ανέχθηκε όλα αυτά. Και πονάει.

* Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino στις 20/5/2012